- διασωθέντων
- διασῴζωpreserve throughaor part pass masc/neut gen pl
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
παράδοση — η / παράδοσις, όσεως, ΝΜΑ [παραδίδω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού παραδίδω, η απόδοση (α. «έγινε η παράδοση τού εμπορεύματος» β. «η παράδοση τού ταμείου» γ. «ἡ παράδοσις τῶν χρημάτων», Αριστοτ.) 2. η παραχώρηση, η μεταβίβαση τής εξουσίας… … Dictionary of Greek
Ιράν — Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν Παραδοσιακή ονομασία: Περσία Έκταση: 1.648.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 65.540.226 (2002) Πρωτεύουσα: Τεχεράνη (6.758.845 κάτ. το 1996)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με το… … Dictionary of Greek
Κεφαλίων — (1ος 2ος αι. μ.Χ.). Ρήτορας και ιστορικός. Κάποιοι τον συγχέουν με τον Κεφαλίωνα ή Κεφάλωνα τον Γεργίθιο, όμως ο τελευταίος αποτελεί πλασματικό πρόσωπο, με το όνομα του οποίου ο ιστοριογράφος Ηγησιάναξ είχε εκδώσει το έργο του Τρωικά στις αρχές… … Dictionary of Greek